Κύρος Βασσάρας: “Διαφάνεια θα υπάρξει όσο υπάρχει ελέγχων και ελεγχόμενος”

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το όνομα του Κύρου Βασσάρα μονοπώλησε για μια δεκαετία και πλέον την Ελληνική Διαιτησία, αποτέλεσε σημείο αναφοράς,εξέλιξης και αναβάθμισης του λειτουργήματος αυτού σε διεθνές επίπεδο και αναγνώριση.

Ο κ. Βασσάρας μας έκανε την τιμή και μας παραχώρησε μια συνέντευξη στο in2sports και τον Λάμπρο Παπαδή σχετικά για την πορεία του στον χώρο,το σήμερα και το αύριο Διαιτησίας κ΄Ποδοσφαίρου στην Ελλάδα.

Πότε ξεκινήσατε για πρώτη φορά την διαιτησία…;; 

Ξεκίνησα την διαιτησία σε ηλικία 18 ετών. 

Τι ήταν εκείνο που σας ενέπνευσε σε μια χώρα και μια εποχή που υπάρχει ενοχή γύρω από την Ελληνική ,να γίνεται Διαιτητής…;; 

Μεγάλωσα σε ένα αθλητικό περιβάλλον και φυσικά ο κύριος εμπνευστής ήταν ο πατέρας μου και οι υπέρ προσπάθειες που κατέβαλε για να καταξιωθεί και διεθνώς και να αγωνιστεί σε μια μεγάλη διεθνή διοργάνωση. Τα τότε ελληνικά δεδομένα δεν επέτρεπαν μια γρήγορη εξέλιξη, όπως τώρα.

Έτσι όταν αποφάσισα να εγγραφώ στη Σχολή διαιτητών ποδοσφαίρου του Συνδέσμου Διαιτητών Θεσσαλονίκης, του είχα υποσχεθεί ότι θα προσπαθήσω και θα κάνω ότι είναι δυνατόν να πλησιάσω και αν μπορώ να πραγματοποιήσω εγώ το όνειρο του και να τιμήσω το όνομα και την παράδοση. Δεν μετάνιωσα ποτέ μου γι αυτή μου την απόφαση. Εκείνος μου είπε ότι με χαρά θα παρακολουθήσει στα πρώτα δύο χρόνια την πορεία μου και θα μου απαντήσει τότε αν πρέπει να συνεχίσω ή όχι. Έτσι και έγινε. 

Πόσο βαρύ είναι το οικογενειακό όνομα Βασάρας στην ελληνική διαιτησία…Και αν ποτέ το νιώσατε σαν υπέρογκη ευθύνη;; 

Ήταν πολύ δύσκολο από την αρχή, αφού όλοι ήξεραν ποιος είμαι αλλά και όλοι περίμεναν από τα πρώτα μου κιόλας παιχνίδια στο ερασιτεχνικό επίπεδο, να είμαι εξίσου καλός όπως ο πατέρας μου. Ήταν μια πραγματικά πολύ μεγάλη ευθύνη. Είχε ρίσκο, γιατί κάθε μικρό ή μεγάλο λάθος θα μπορούσε να γίνει αμέσως είδηση στο χώρο του ποδοσφαίρου.

Ήταν όμως και μια καταπληκτική επιβράβευση οταν η απόδοση μου ήταν καλή ή πολύ καλή αντίστοιχα. Όπως ίσως ξέρετε μια καλή απόδοση ενός διαιτητή ακόμη και αν πάρει πολύ δύσκολες αλλά σωστές αποφάσεις στην Ελλάδα, χαρακτηρίζεται ως απλά φυσιολογική . Όταν κάνει ένα λάθος, η απόδοση του μπορεί να αξιολογηθεί από κάκιστη έως και δόλια ! 

Είστε ο πρώτος Έλληνας που σφύριξε παιχνίδι στο Μουντιάλ της Σεούλ αν θυμάμαι καλά..Ποια ήταν η πιο δυνατή σας ανάμνηση και αίσθηση από την διοργάνωση εκείνη;; 

Είμαι πραγματικά παρά πολύ ευτυχισμένος για όλα αυτά που κατάφερα να κάνω και να τιμήσω την ελληνική διαιτησία για πρώτη αλλά και μοναδική φορά έως τώρα που μιλάμε και σε ευρωπαϊκό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. 

Ευχαριστώ τον Θεό, την οικογένεια μου και όλα μου τα αγαπημένα πρόσωπα που με στήριξαν σε όλο αυτό το υπέροχο ταξίδι το οποίο συνεχίζω ακόμη και τώρα εκτός του αγωνιστικού χώρου ως μέλος επιτροπών στην UEFA/ FIFA και ως διεθνής εκπαιδευτής. 

Έχω παρά πολλές και καλές αναμνήσεις. Κάθε φορά έβαζα τον επόμενο εφικτό στόχο, όχι με λόγια αλλά με θυσίες και πολύ δουλειά σε όλους τους τομείς και αναλύοντας όλες τις παραμέτρους ξεχωριστά. 

Δεν ήταν όλα ρόδινα, αλλά έλεγα πάντα « κάθε εμπόδιο ας είναι για καλό μου». Η κλήση μου στο πρώτο μου Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002 ήταν η άμεση διεθνή αναγνώριση αφού ήμουν ένας από τους πιο νέους διεθνείς διαιτητές της διοργάνωσης αλλά και το μεγάλο στοίχημα για την μετέπειτα καριέρα μου. Έζησα την απόλυτη και κορυφαία παγκόσμια διοργάνωση που δεν είχα ζήσει ούτε ως φίλαθλος στην κερκίδα. Περίμενα υπομονετικά το πρώτο μου παιχνίδι και ένιωσα την αγάπη και την υποστήριξη αξιόλογων διεθνών διαιτητών και παραγόντων, μετά από την καλή μου εμφάνιση στους αγωνιστικούς χώρους. 

Το πιο καταπληκτικό ; η χαρούμενη, γεμάτο περηφάνια φωνή του πατέρα μου στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, μετά το πρώτο μου παιχνίδι ( Κίνα – Κοστα Ρικα) αλλά και η ολόθερμη υποδοχή στο αεροδρόμιο στην επιστροφή μου τότε, στη Θεσσαλονίκη.

Έχετε κρατήσει και το άτυπο τιμόνι της Ελληνικής Διαιτησίας …Ποια γνώση και εμπειρία σας άφησε..;; 

Λίγες ημέρες μετά το τελευταίο μου σφύριγμα εντός γηπέδου δέχτηκα την πρόσκληση της ΕΠΟ μέσω του Προέδρου της τότε, κ. Σοφοκλή Πιλάβιου. Η συμφωνία μας, ήταν να αναλάβω για πρώτη φορά στα χρονικά, τον ρόλο του Υπεύθυνου Ανάπτυξης Διαιτησίας. Ήθελα από την πρώτη στιγμή να προτείνω ριζικές αλλαγές στο θέμα εκπαίδευσης και εξέλιξης των Ελλήνων διαιτητών και έτσι συμμετείχα στον καταρτισμό ενός νέου και αναλυτικού Κανονισμού Υλοποίησης Συστήματος Διαιτησίας ΕΠΟ.

Τότε ακόμη και αυτοί που ήταν διστακτικοί μίλησαν σύντομα για την αλλαγή σελίδας στην ελληνική διαιτησία. Για πρώτη φορά μπήκαν αυστηρότερα κριτήρια προεπιλογής, επιλογής και ανέλιξης ταλέντων με την τήρηση θεμελιωδών αρχών αξιοπιστίας και διαφάνειας.

Ο ανταγωνισμός πλέον ήταν μεγάλος, χωρίς την αναζήτησή «μέσων» για την επιλογή σε κατηγορία. Οι εξετάσεις μέσω βίντεο κλιπ και μέσω των τεστ πολλαπλών ερωτήσεων στους Κανόνες του παιχνιδιού, τα αυστηρά επίσης κριτήρια στη φυσική κατάσταση, η χρήση νέων τεχνολογικών μέσων στην εκπαίδευση και στην οργάνωση των Σχολών Διαιτησίας, η δημιουργία πινάκων εκπαιδευτών ανά κατηγορία και η ενεργοποίηση όλων των περιοχών δίνοντας κίνητρο και πνοή στην προσέλκυση νέων σε ηλικία σε όλα τα μέρη της χώρας ήταν οι κάποιοι από τους βασικούς πυλώνες.

Υπήρχε όμως πάντα σε όλες τις διαδικασίες τελικής επιλογής η δεύτερη ευκαιρία, γιατί στόχος μου ήταν η εκμάθηση, η παροχή κινήτρων και η αλλαγή νοοτροπίας που θα βασίζεται σε όσο το δυνατό διαφανή κριτήρια. Βασιζόταν στην διατήρηση αρχών που να αλλοιώνονται όσο το δυνατόν πιο δύσκολα με την πάροδο των χρόνων και των διοικήσεων της διαιτησίας. Χαίρομαι που όλοι οι νέοι διαιτητές που είναι στην ανώτερη κατηγορία σήμερα, προήλθαν από τα κέντρα ανέλιξης ταλέντων που διοργανώσαμε τότε με τους αξιόλογους συνεργάτες μου αλλά και την βοήθεια των τοπικών παραγόντων του ποδοσφαίρου.

Δεν ανέλαβα ποτέ τη θέση του Προέδρου της Επιτροπής στην Ελλάδα και ας προσπάθησαν πολύ να το περάσουν με το δικό τους τρόπο για να θολώσουν τα νερά. 

Δεν μετάνιωσα που απέρριψα τότε στις αρχές προτάσεις από άλλες εθνικές Ομοσπονδίες, για να ασχοληθώ με την πατρίδα μου. Το θεωρούσα υποχρέωσή μου. Χαίρομαι όμως που εδώ και έξι χρόνια είμαι για πρώτη φορά πρόεδρος Επιτροπής Διαιτησίας , σε άλλη χώρα, αυτή της Ρουμανίας, με τεράστιες διεθνείς επιτυχίες, με τέσσερις διαφορετικές πρωταθλήτριες ομάδες σε έξι χρόνια, με πρωτιές σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, με προοπτική νέων εξελίξιμων διαιτητών και με πολύ μεγάλη διεθνή αναγνώριση σε άλλες εθνικές και παγκόσμιες Ομοσπονδίες. 

Υπήρξατε αυστηρός διαιτητής,απόλυτος,πειθαρχικός τι απ΄όλα;; 

Είχα σαν βάση πάντα να παρακολουθώ αγώνες κορυφαίων διαιτητών και να κρατώ τα θετικά τους στοιχεία και να βάζω στην άκρη ότι θεωρούσα ως αρνητικό. Αξιολογούσα αυστηρά τις προσπάθειες μου, έβαζα σιγά σιγά στόχους, επικοινωνούσα με τους συναδέλφους μου εντός του γηπέδου και προσπαθούσα να βρω τρόπους να διαβάζω καλύτερα κάθε παιχνίδι, αλλά και παίκτη. 

Θα έλεγα λοιπόν ότι ήμουν μεθοδικός και εργατικός, αλλά πάνω από όλα ένας άνθρωπος που αγαπούσα αυτό που έκανα, το ποδόσφαιρο. Σεβόμουν τον ποδοσφαιριστή και τους κόπους του, δεν συγχωρούσα τη πονηριά και το «θέατρο», δηλαδή το μη σεβασμό στο άθλημα. 

Υπάρχει κάποιο παιχνίδι της καριέρας σας που θυμάστε μέχρι σήμερα;; 

Είναι τόσα πολλά παιχνίδια που μου έχουν μείνει αξέχαστα. Σαφέστατα οι τέσσερις ημιτελικοί σε Champions League και Europa League, οι αγώνες στο Παγκόσμιο 2002 και στο Euro 2008 όπως και ο τελικός των Ολυμπιακών αγώνων 2004. 

Ο πρώτος μου όμως τελικός στο Παγκόσμιο νέων στη Νέα Ζηλανδία το 1999, ένα χρόνο μόλις διεθνής με ονόματα που διέπρεψαν αργότερα και μάγεψαν τα παγκόσμια γήπεδα ήταν ο αγώνας σταθμός. 

Στην ελληνική διαιτησία ή και στο ποδόσφαιρο γενικά υπάρχουν φιλίες;; 

Όλα εξαρτώνται από τα όρια που βάζεις ως άνθρωπος και πόσο στηρίζεις μια φιλία. Στη ζωή μου πάντα δίνω, αδιαφορώντας αν αντίστοιχα θα λάβω πίσω ή θα κερδίσω. Αυτό με ευχαριστεί. Στον αθλητισμό υπάρχουν φιλίες, στον επαγγελματικό αθλητικό ανταγωνισμό τις πιο πολλές φορές υπάρχουν μάχες επιβίωσης. Έκανα φιλίες με ανθρώπους που ήθελαν να μάθουν από εμένα και εγώ με τη σειρά μου το ίδιο από αυτούς. Είμαι χαρούμενος που έχω πολλούς φίλους όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Δεν κράτησα ποτέ κακία σε κανέναν, γιατί πάντα ξεπερνούσα τις μικρότητες και κοίταγα μπροστά. 

Όσοι φέρθηκαν αχάριστα, εξαφανίστηκαν μόνοι τους από τον χώρο σταδιακά. 

Το γεγονός πως σήμερα η ελληνική διαιτησία περνάει υπο την καθοδήγηση ξένων αρχιδιαιτητών, πως το κρίνεται;; 

Ουδείς προφήτης στον τόπο του, δυστυχώς. Το ίδιο και στις χώρες αυτών από όπου έχουν έρθει ή θα συνεχίσουν να έρχονται για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην Ελλάδα. Σε αρκετές χώρες μπορεί να αποτελεί μια ιδανική λύση. Κυρίως γιατί η πίεση που ασκείται είναι τεράστια και για τον Έλληνα παράγοντα δυσβάσταχτη.

Ήταν αναπόφευκτο. Στην Ελλάδα είναι αποδεδειγμένο ότι δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε μακροχρόνια προγράμματα που θα επενδύουμε και θα αξιολογούμε, αμφισβητούμε γρήγορα ανθρώπους, αφήνουμε να τσαλακώνονται αξίες και δεν κοιτάμε το αύριο. Ελπίζω να υπάρχει μια καλή συνεργασία στη νέα Επιτροπή Διαιτησίας και να διορθωθούν βασικές ατέλειες. Το πιο σημαντικό είναι να υπάρχει αλληλοσεβασμός μεταξύ διαιτητών και ποδοσφαιριστών και να προστατεύσουμε το ελληνικό ποδόσφαιρο.  

Αφού σας ευχαριστήσω για την όμορφη κουβέντα θέλω να σας ρωτήσω ποιο κατά την γνώμη σας είναι το πιο σημαντικό δομικό πρόβλημα της Ελληνικής Διαιτησίας και του Ελληνικού Ποδοσφαίρου;;   

Ένα είναι σίγουρο για μένα : Ανάπτυξη, προοπτική και διαφάνεια θα υπάρξει όσο υπάρχει ελέγχων και ελεγχόμενος σε μια ομοσπονδία. Η διαιτησία θα είναι πάντα μια «καυτή πατάτα», όσο την αφήνεις πιο κοντά στη φωτιά. Η φωτιά για την διαιτησία στην Ελλάδα συνέχεια φουντώνει και θα πρέπει όλοι να αναλογιστούν τις ευθύνες τους.  

Ακολούθησε μας εδώ στο facebook

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΑΠΑΔΗΣ